Εισαγωγή

Η ανάγκη για εστίαση των πολιτικών της έρευνας στα κοινωνικά θέματα που διέπουν την καθημερινότητα της οικογένειας γίνεται ολοένα και πιο εμφανής τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε τοπικό επίπεδο. Σύγχρονες εκφράσεις διαχρονικών αλλά και νεοεμφανιζόμενων κοινωνικών φαινομένων και προβλημάτων (π.χ. διαζύγια και μονογονεϊκές οικογένειες[1], οικογενειακή βία, φτώχεια) αποκτούν καθημερινά μεγαλύτερη διάσταση και δημιουργούν δυσχέρειες και πιέσεις τόσο στη συγκροτημένη και υγιή ανάπτυξη της οικογένειας όσο και στη λειτουργία της στο κοινωνικό της περιβάλλον.

Για το σκοπό της έρευνας ερμηνεύεται λειτουργικά ο όρος «Οικογένειες με παιδιά που διαμένουν στην περιοχή του Δήμου Στροβόλου», και προσδιορίζεται ως ακολούθως: Οικογένειες Κυπρίων και αλλοδαπών:1) Αντρόγυνα με παιδί/ά, 2) Μονογονιοί με παιδί/ά, 3) Οικογένειες που συζούν, με παιδί/ά. Σύμφωνα με την κυπριακή νομοθεσία, παιδί ορίζεται ως το άτομο μέχρι 18 ετών.

Η οικογένεια είναι το πιο σημαντικό από τα μικροσυστήματα με τη μεγαλύτερη επίδραση πάνω στο αναπτυσσόμενο άτομο (Bronfenbrenner σε Γεωργίου, 2005). Αποτελεί, ίσως, την αρχαιότερη μορφή κοινωνικής ομάδας η οποία επηρεάζει και επηρεάζεται από το περιβάλλον της, τόσο μέσα στην ίδια την οικογένεια όσο και από εξωγενείς παράγοντες. Βρίσκεται δηλαδή, σε μια συνεχή διαδικασία αλλαγών (McKie, Callan, 2012). Καθώς οι κοινωνίες εξελίσσονται και οι συνήθειες των μελών της διαφοροποιούνται, η οικογένεια δεν θα μπορούσε να μείνει στάσιμη (Walsh, 2011). Η προσαρμογή της οικογένειας στα δεδομένα της κάθε εποχής αλλά και οι συνεχείς μεταλλάξεις της, την καθιστούν σαν ένα δυναμικό θεσμό στην ανθρώπινη κοινωνία.

Η οικογένεια είναι, κατά κάποιον τρόπο, αναγκασμένη να προσαρμόζεται διαρκώς στις συντελούμενες αλλαγές της κοινωνίας και να αναδομείται με τέτοιο τρόπο ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί καλύπτοντας βασικές ανάγκες των μελών της στην ευρύτερη κοινωνία σαν το βασικότερο θεμελιακό κύτταρο της κοινωνίας (Μουσούρου, 2006). Το πρόβλημα με την έννοια της ‘οικογένειας’ είναι ότι κατά κανόνα θεωρούμε δεδομένη την εξέχουσα θέση της και δείχνουμε να κατανοούμε το νόημα της, τη στιγμή που ακόμα και η πιο επιδερμική διερεύνηση αποκαλύπτει μια πληθώρα οικογενειακών μορφών.

Όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε τις ιστορικές και πολιτισμικές παραλλαγές και τη σύγχρονη πραγματικότητα των εναλλακτικών ‘οικογενειακών μορφών’ ή των ‘μορφών συμβίωσης’, τόσο πιο δύσκολο είναι να καταλήξουμε σε έναν αποδεκτό ορισμό. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι αυτό το αδιέξοδο μπορεί να ξεπεραστεί μόνο αν μιλήσουμε για ‘οικογένειες’ και όχι για ‘οικογένεια. Με αυτόν τον τρόπο προωθείται η αποδοχή της διαφορετικότητας και η μη αποδοχή ηθικής ανωτερότητας σε οποιαδήποτε μορφή οικογένειας’ (Muncie, Wetherell, Langan, Dallos, Cochrane, 2008, σελ: 34).

Για παράδειγμα, η μικρή και κλειστή κοινωνία της Κύπρου πολλές φορές δεν επιτρέπει τη διερεύνηση διαφόρων κοινωνικών ζητημάτων καθότι η εσωστρεφής φύση και δομή της οδηγεί πολλές φορές στη μη απόδοση της δέουσας σημασίας, με αποτέλεσμα τη δυσχέρεια στην εξεύρεση κατάλληλων λύσεων και πολιτικών για διατήρηση και βελτίωση της κοινωνικής συνοχής.



[1] Χωρίς να εννοείται ότι οι μονογονεϊκές οικογένειες αποτελούν απαραίτητα ένα μη-υγιές οικογενειακό περιβάλλον.

Ορισμός και τύποι οικογενειών

Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία) Νόµος του 2000 για την οικογένεια, αυτή περιλαμβάνει  (α) άντρα και γυναίκα που (i) έχουν συνάψει νόµιµο γάµο ανεξάρτητα αν ο γάµος υφίσταται ή όχι ή (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο  (γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στο σημείο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων και (δ) κάθε ανήλικο πρόσωπο το οποίο διαµένει µε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα.

Είναι, όμως, σημαντικό να επεξηγηθεί ο ορισμός της οικογένειας μέσα στα πλαίσια του όρου κοινωνικός θεσμός. Σαν τέτοιος, η οικογένεια αποτελεί ένα σταθερό πλέγμα σχέσεων μεταξύ κοινωνικά αποδεκτών και προσδιορισμένων ρόλων, ένα σύνολο τυποποιημένων τρόπων ατομικής και/ή ομαδικής δράσης. Η σταθερότητα και η τυποποίηση αποτελούν καίρια χαρακτηριστικά του θεσμού και υποδηλώνουν τον έξω-ατομικό του χαρακτήρα: η ατομική βούληση δεν καταργεί ούτε αλλάζει ένα θεσμό.

Η οικογένεια, ως ένας κοινωνικός θεσμός που υφίσταται μεν σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες, μεταβάλλεται, όμως αδιάκοπα από τόπο σε τόπο και με την πάροδο του χρόνου. Οι αλλαγές αυτές έχουν ως συνέπεια τη δυσκολία εύρεσης κοινού ορισμού, η οποία με τη σειρά της έχει αντίκτυπο σε όποια ερευνητική προσπάθεια διακρατικής ή διαπολιτισμικής ή διαταξικής σύγκρισης. Τίθενται ζητήματα σχετικά με τα κριτήρια βάση τα οποία συμπεριλαμβάνονται συγκεκριμένα άτομα ως μέλη μιας οικογένειας, αλλά και οι ρόλοι και οι λειτουργίες τις οποίες αυτή εξυπηρετεί. (Mangen, 1999; Therborn, 2004).[1]

Παρόλα αυτά, ως κοινωνικός θεσμός, η οικογένεια έχει κοινωνικά σημαντικούς σκοπούς που συνοψίζονται στην εξασφάλιση της συνέχειας της κοινωνίας και που αναλύονται στην μεταβίβαση από την μια γενιά στην άλλη του πολιτισμού ως τρόπου ζωής και τρόπου ύπαρξης. Αυτό σημαίνει ότι η λειτουργία και η επιβίωση της οικογένειας συνδέεται με το κατά πόσο θα ακολουθήσει κάποιους κανόνες της κοινωνίας. Η καθημερινότητα αποδεικνύει πως ο θεσμός της οικογένειας πρέπει να ακολουθεί κάποιους κανόνες, άτυπους συνήθως, με βάση τους οποίους θα αξιολογηθεί ο βαθμός επιτυχίας μιας οικογένειας. Η έννοια της επιτυχίας σχετίζεται εδώ με την εκπλήρωση των λειτουργιών της καθώς και με το αίσθημα ικανοποίησης του κάθε μέλους ξεχωριστά.

Επιπρόσθετα, η οικογένεια δεν αποτελεί πλέον το ‘μονολιθικό’ θεσμικά σύνολο που επικρατούσε στις οικονομικά ανεπτυγμένες κοινωνίες του 20ου αιώνα. Από αδιάβλητη και συμπαγής ομάδα ατόμων που προέρχονται από κοινούς γονείς και προγόνους, συνήθως χωρίς διακοπή λόγω διαζυγίου, με καθαρά προβλεπόμενο μέλλον για τα νεότερα μέλη της, η οικογένεια διαμορφώνεται πλέον σε μια πολυσύνθετη πραγματικότητα, διαφοροποιημένη ανάλογα με τις μορφές που παίρνει στην πορεία της, με πολυσυλλεκτικό παρελθόν αλλά και σχετικά αβέβαιο μέλλον για το κάθε άτομο που την απαρτίζει’ (Πρεσβέλου σε Ρήγα, 2012, σελ: 15).

Αφού λοιπόν η οικογένεια αποτελεί κοινωνικό θεσμό μέσα από ένα σταθερό πλέγμα σχέσεων μεταξύ κοινωνικά προσδιορισμένων ρόλων (πατέρας, μητέρα, γιος, κόρη αδελφός, αδελφή, κλπ), άσχετα αν κάποιο ή κάποια μέλη της οικογένειας δεν αποδέχονται τους ρόλους τους, ο θεσμός της οικογένειας δεν παύει να υφίσταται. Δηλαδή, εάν ο πατέρας αρνείται να αναγνωρίσει το παιδί του αυτό δεν σημαίνει ότι παύει να είναι πατέρας του συγκεκριμένου παιδιού.

Σε σχέση με τον ορισμό της οικογένειας ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών στην Οικουμενική Διακήρυξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα εξηγεί ότι η οικογένεια αποτελεί φυσική και βασική ομάδα της κοινωνίας η οποία προστατεύεται από την κοινωνία και το κράτος (United Nations, 1948). Ένας άλλος ορισμός ερμηνεύει την οικογένεια ως μια ομάδα ατόμων που σχετίζονται μεταξύ τους βιολογικά, συναισθηματικά ή νομικά. Επιπλέον, η οικογένεια αποτελείται από δύο ή περισσότερα άτομα που σχετίζονται μεταξύ τους από γέννα, γάμο ή υιοθεσία και διαβιούν στην ίδια οικιστική μονάδα (U.S. Census Bureau, 2000).

Ο παραδοσιακός τύπος οικογένειας όπως ορίζεται και στην διεθνή βιβλιογραφία (Essed, Goldberg, Kobayashi, 2009)  αφορά την θρησκευτική δέσμευση ενός ζευγαριού (άντρα-γυναίκας) μέσα στα πλαίσια μιας μονογαμικής σχέσης και ενός κοινωνικού πλαισίου (Walsh, 2011).  Αυτή η φιλοσοφία, δηλαδή της οικογένειας που απορρέει μέσα από τη σύναψη γάμου και την τεκνοποίηση από βιολογικούς γονείς χαρακτηρίζει και πολλούς ερευνητές αλλά και πολιτικούς (Brown, 2010).

Ετυμολογικά η λέξη ‘οικογένεια’ είναι συνδυασμός των εννοιών ‘οικία’ και ‘γένος’. Δηλαδή περιλαμβάνει άτομα της ίδιας καταγωγής που βρίσκονται και αλληλεπιδρούν στον ίδιο χώρο. Η λατινική λέξη ‘familia’ που σημαίνει οικογένεια παραπέμπει και στην έννοια του οικείου, του γνωστού. Συνοπτικά, οικογένεια σημαίνει βιολογική συγγένεια, συμβίωση και σχέσεις οικειότητας ανάμεσα σε μέλη χωρίς όμως να προϋποθέτει την ύπαρξη και των τριών παραμέτρων ταυτόχρονα (Γεωργίου 2005). Σύμφωνα με τον Salvador Minuchin και τον Charles Fishman (1981) οικογένεια είναι μια ομάδα ανθρώπων που μέσα από μια κοινή πορεία στο χρόνο έχουν αναπτύξει διάφορα μοτίβα αλληλεπίδρασης.

Για παράδειγμα, οι Ribbens McCarthy και Edwards (2011) ομαδοποιούν τις διεθνείς αντιδράσεις στις αλλαγές που υφίσταται η οικογένεια στην πορεία της, σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη, εμπεριέχει εκείνους που θεωρούν ότι η οικογένεια έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια και αντιλαμβάνονται τις αλλαγές αυτές ως αρνητικές. Ένα από τα συχνότερα επιχειρήματα της ομάδας αυτής είναι η αύξηση των διαζυγίων. Η δεύτερη κατηγορία συγκεντρώνει εκείνους που υποστηρίζουν ότι ναι μεν η οικογένεια άλλαξε ραγδαία αλλά αυτό επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία ώστε τα άτομα να επιλέγουν τη μορφή και τον τρόπο ζωής που τους ταιριάζει περισσότερο. Τέλος, η τρίτη ομάδα συμπεριλαμβάνει εκείνους που αναγνωρίζουν μεν τις αλλαγές, αλλά συνάμα παρατηρούν και τη συνεχή πορεία του θεσμού μέσα στο χρόνο.

Πέραν από τον βασικό και παραδοσιακό τύπο οικογένειας στη σύγχρονη εποχή ο ορισμός της οικογένειας φαίνεται ότι δέχεται κάποιες αλλαγές ως προς την μορφή της. Ο παραδοσιακός τύπος οικογένειας έχει αλλάξει δραματικά (Walsh, 2011: σελ.3) τις τελευταίες δεκαετίες. Οι βασικότεροι τύποι οικογένειας που έχουν προκύψει από αυτή την αλλαγή και που αφορούν επίσης και την κυπριακή κοινωνία περιλαμβάνουν την μονογονεϊκή οικογένεια ως αποτέλεσμα διαζυγίου, την οικογένεια από υιοθεσία, την καινούργια οικογένεια που έχει προκύψει μετά από διαζύγιο με πατριό, μητριά και ετεροθαλή ή μη αδέλφια, την οικογένεια με τον ένα γονέα να έχει διαφορετική καταγωγή και την οικογένεια μεταναστών. Παράλληλα, η οικογένεια μπορεί να αποτελείται από την γιαγιά και τον παππού οι οποίοι φροντίζουν τα εγγόνια τους εξαιτίας θανάτου ή αδυναμίας/ανικανότητας των γονιών να φροντίσουν τα παιδιά τους (McKie, Callan, 2012).

Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, η Hantrais (2004) παρουσιάζει τις αλλαγές στην Ευρωπαϊκή και Αμερικάνικη οικογένεια ως: λιγότεροι γάμοι, που τελούνται σε μεγαλύτερη ηλικία, καθυστέρηση στην τεκνοποίηση,[2] ολιγομελείς οικογένειες,[3] αυξημένα διαζύγια, αποσύνδεση του γάμου από την τεκνοποίηση,[4] περισσότερες μονογονεϊκές οικογένειες με αρχηγό γυναίκα (μητροκεντρικές),[5] [6] και λιγότερες εκτεταμένες οικογένειες.

Όμως ο ρυθμός εμφάνισης των αλλαγών αυτών σε συνδυασμό με τις επικρατέστερες, κατά τόπους, αντιλήψεις για θέματα γενετήσιων και οικογενειακών σχέσεων, ρόλων αλλά και ατομικού χώρου επηρεάζουν σημαντικά τη διαμόρφωση της τελικής εικόνας (Giddens, 1991; 1992; Beck and Beck-Gernsheim, 1995; 2002). Για παράδειγμα, στατιστικά στοιχεία του Eurostat για την Κύπρο συγκρίνουν τον αριθμό γάμων το 1970 με το 2008 και δεν δείχνουν σημαντική πτώση, αλλά και η μέση ηλικία των γυναικών στον πρώτο γάμο στην Κύπρο είναι 26,4 και είναι από τις χαμηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[7] Τελικά, η σχετική αστάθεια του θεσμού της οικογένειας και τα νέα σχήματα οικογενειών μοιάζει να αντικατοπτρίζουν τη γενικότερη κοινωνική, εργασιακή και οικονομική αστάθεια (Beck and Beck and Gernsheim, 1994).

Πολύ βοηθητική είναι και η οπτική της Gittins πάνω σε αυτό το ζήτημα, η οποία, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι οργάνωσης ενός νοικοκυριού εισηγείται  ότι αυτοί που ζουν σύμφωνα με ένα απ’ αυτούς τους τρόπους μπορούν να θεωρήσουν ότι η δική τους οργάνωση αποτελεί και μια από τις πολλές μορφές οικογένειας (Muncie, Wetherell, Langan, Dallos, Cochrane, 2008). Με λίγα λόγια υπάρχουν τόσοι τύποι οικογένειας όσοι κατονομάζονται από όσους θεωρούν ότι η δική τους κοινωνική οργάνωση αποτελεί μια οικογένεια.

Πέραν των πιο πάνω, αναφορικά με τους τύπους οικογένειας, ο Γεωργίου, στο βιβλίο του ‘Ψυχολογία των Οικογενειακών Συστημάτων’ (2005), καταγράφει τους εξής τύπους οικογένειας:

Τυπική πυρηνική οικογένεια: αποτελείται από τους δύο γονείς και αριθμό παιδιών που ζουν κάτω από την ίδια στέγη. Αυτός ο τύπος οικογένειας συνεχίζει να υπάρχει αλλά σε μικρότερο αριθμό αν υπολογίσουμε και όλους τους άλλους τύπους οικογένειας που ήρθαν να προστεθούν σε αυτό.

Εκτεταμένη οικογένεια: ιδιαίτερα σε προηγούμενες εποχές, το φαινόμενο να μένουν στην ίδια οικία περισσότερες από μια γενιές ήταν συχνότερο.  Σε αυτό τον τύπο οικογένειας η κατανομή των υποχρεώσεων αλλά και των δικαιωμάτων κάθε μέλους ήταν διαφορετική από την πυρηνική οικογένεια καθώς η ιεραρχία ξεπερνούσε τα όρια του ζευγαριού. Η εκτεταμένη οικογένεια ήταν σχεδόν αυτόνομη οικονομικά γιατί παρήγαγε ότι χρειαζόταν για τις βασικές της ανάγκες. Παρ’ όλα αυτά, σε κοινωνικό επίπεδο, διατηρούσε σχέσεις όχι μόνο ανάμεσα στα μέλη της αλλά και με άλλες υπό-ομάδες.

Μονογονεϊκή οικογένεια:  αποτελείται από ένα γονιό μόνο και αριθμό παιδιών. Αυτός ο τύπος οικογένειας προκύπτει συνήθως μετά από διαζύγιο ή από θάνατο ή  παρατεταμένη απουσία του ενός από τους δύο συζύγους. Σχετικά πρόσφατα ξεκίνησε να παρουσιάζεται το φαινόμενο κατά το οποίο, συνήθως γυναίκες, επιλέγουν να γίνουν μητέρες εκτός γάμου και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους στα πλαίσια αυτού του τύπου οικογένειας.

Θετή οικογένεια: αποτελείται από το ζευγάρι και αριθμό παιδιών που δεν αποκτήθηκαν όμως με βιολογικό τρόπο. Το φαινόμενο αυτό γίνεται όλο και πιο αποδεκτό κοινωνικά καθώς μέσα από διαδικασίες υιοθεσίας άτομα, που δεν μπορούσαν μέχρι πριν, κατορθώνουν να βιώσουν τον γονεϊκό ρόλο και παιδιά, που η ζωή τους είχε στερήσει τους βιολογικούς τους γονείς, βρίσκουν την αγάπη που τους χρειάζεται.

Πολλαπλή ή μικτή οικογένεια: αποτελείται από ζευγάρι με παιδιά από προηγούμενους γάμους είτε του ενός ή και των δύο συζύγων. Ονομάζεται και ανασυγκροτημένη οικογένεια.

Άλλοι τύποι οικογενειών που όμως συναντάμε σπάνια έως και καθόλου στη δική μας κοινωνία είναι οι εξής:

  • Κοινοβιακή οικογένεια:  αποτελείται από ενήλικες που φροντίζουν με τη σειρά τα παιδιά του κοινοβίου είτε είναι δικά τους ή ξένα.
  • Πολυγαμική οικογένεια: αποτελείται από ένα άνδρα, πολλές γυναίκες και τα παιδιά τους.
  • Ομοφυλοφιλική οικογένεια: αποτελείται από ένα ομοφυλόφιλο ζευγάρι και αριθμό παιδιών (υιοθετημένων ή όχι) που ζουν μαζί. 


[1] In Ribbens MacCarthy and Edwards, 2011:31.
[2] Συνηγορούν και στοιχεία από το OECD Family Database, 2009 για την καθυστέρηση στο γάμο και την τεκνοποίηση.
[3] Η πτώση της γονιμότητας πρωτοπαρατηρήθηκε στις βόρειες και κεντρικές χώρες της Ευρώπης, από περίπου 3 παιδιά ανά γυναίκα το 1965 σε 1,8 στα μέσα του 1990, ενώ ο νότος ακολούθησε με δέκα χρόνια διαφορά αλλά με μεγαλύτερη πτώση που φτάνει περίπου το 1,2. Ανατολικά η πτώση εμφανίστηκε μετά την αλλαγή των καθεστώτων. (Kohler, Billari, Ortega, 2006)
[4] Εμφανέστερη σε χώρες της βόρειας Ευρώπης η τεκνοποίηση εκτός γάμου, αλλά με αυξητικές τάσεις που εμφανίζονται με κάποια χρονική καθυστέρηση και στην ανατολική και νότια Ευρώπη.
[5] Οι μονογονεϊκές οικογένειες παρουσιάζουν αυξητική τάση στην Ευρώπη αλλά οι νότιες χώρες μοιάζει να διατηρούν χαμηλά ποσοστά και η πλειοψηφία των γυναικών που εμπίπτουν στη συγκεκριμένη κατηγορία στις χώρες αυτές να είναι χωρισμένες, διαζευγμένες, ή χήρες.
[6] Η Κύπρος εμφανίζει 13,7 μονογονεϊκές οικογένειες ως ποσοστό του συνόλου οικογενειών το 2007.
[7] Europe in Figures- Eurostat yearbook 2009.

Πορεία στο χρόνο

Η οικογένεια αποτελεί τη ‘μοναδική κοινωνική ομάδα που παραμένει αναγνωρίσιμη, παρά τις πολλαπλές και σημαντικές αλλαγές που υπέστη’ (Πρεσβέλου σε Ρήγα, 2012, σελ: 18). Οικονομικοί παράγοντες και το διαρκώς μεταβαλλόμενο κοινωνικοπολιτικό καθεστώς του 20ου αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα ο θεσμός της οικογένειας να υποστεί τις μεγαλύτερες μεταλλαγές που υπέστη ποτέ στην ιστορία του και ιδιαίτερα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό πλαίσιο.

Η Πρεσβέλου (σε Ρήγα, 2012, σελ: 17) επιγραμματικά αναφέρει τα πλέον σημαντικά γεγονότα του αιώνα που άσκησαν στον θεσμό της οικογένειας τρομακτικές και ανατρεπτικές πιέσεις: η σοβιετική επανάσταση του 1917, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα σε Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία, ο Α’ και Β’ παγκόσμιος πόλεμος και οι μαζικές μεταναστεύσεις που ακολούθησαν, η φτώχεια και η ανυπαρξία κρατικών μηχανισμών στήριξης της εργατικής τάξης κατά τον μεσοπόλεμο, οι ιδεολογικοί διωγμοί και η πολιτισμική επανάσταση της φοιτητικής νεολαίας. Ο Γιωσαφάτ (2009) αναφέρεται και στην φεμινιστική επανάσταση την οποία θεωρεί ότι συνέβαλε στο μέγιστο βαθμό στην αλλαγή της εσωτερικής ζωής της οικογένειας.

Ο Γιωσαφάτ (2009) εστιάζει στο γεγονός ότι η γυναίκα απέκτησε περισσότερα δικαιώματα όσον αφορά την σεξουαλικότητα της, την ελευθερία επιλογής συντρόφου και την αγορά εργασίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι αυξήθηκε το ποσοστό των γυναικών με εξωσυζυγικές σχέσεις. Τα γυναικεία ανοίγματα στην αγορά εργασίας περιόρισαν τον χρόνο της γυναίκας στο σπίτι με αποτέλεσμα να υπάρχει η ανάγκη το ζευγάρι να αναζητεί άλλα πρόσωπα για την φροντίδα των παιδιών. Τα πρόσωπα αυτά είναι συνήθως άλλης εθνικότητας και συχνά αλλάζουν. Ο συγγραφέας ονομάζει αυτό το νέο τύπο οικογένειας ‘νέο-εκτεταμένη’ και τον περιγράφει ως ένα σύνολο ανθρώπων που αποτελείται από τους γονείς, την εναλλασσόμενη βοηθό, σπανιότερα γιαγιάδες και παππούδες που σαν μια ‘ετερόκλιτη’ οικογένεια αλληλεπιδρούν με διαφορετικές συμπεριφορές προς το παιδί. Αυτό, σύμφωνα με τη γνώμη του, έχει ως αποτέλεσμα πολλά παιδιά να μην λαμβάνουν την ψυχική ασφάλεια που χρειάζονται για να μπορούν στην συνέχεια τα ίδια να δημιουργήσουν ουσιαστικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Αντίθετα, φαίνεται να επιζητούν μια συνεχή διέγερση που βρίσκουν συχνά σε παραβατικές συμπεριφορές (Γιωσαφάτ 2009).

Με αφετηρία το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου η Πρεσβέλου (σε Ρήγα, 2012) αναφέρεται με περισσότερη λεπτομέρεια στις συνθήκες που επέδρασαν στην δομή και λειτουργία της οικογένειας κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, εντούτοις παραδέχεται ότι η ιστορία της Ευρώπης από τη σκοπιά της οικογένειας κατά τον 20ο αιώνα δεν έχει γραφεί ακόμη. Από το 1950 μέχρι το 1980 η ιδεολογία του ‘κράτους πρόνοιας’ έφερε θετικά αποτελέσματα στην τραυματισμένη από τα προηγούμενα γεγονότα κοινωνία. ‘Ο κρατικός παρεμβατισμός λειτούργησε ως ενισχυτικός μηχανισμός για τη δομική και λειτουργική σταθεροποίηση της συζυγικής οικογένειας’ (Πρεσβέλου σε Ρήγα, 2012, σελ: 16).

Οι οικονομικές δυσκολίες όμως που έφεραν μαζί τους το δόγμα του νεοφιλελευθερισμού, η παγκοσμιοποίηση και η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας διέκοψαν την πιο πάνω ανθηρή πορεία. Το άλλοτε ‘κράτος πρόνοιας’ πλέον έπρεπε να επιβάλει στερήσεις και το κλίμα συνεργασίας και συλλογικότητας που είχε καθιερωθεί άρχισε να αντικαθιστάται από ανταγωνιστικές τάσεις, ατομικισμό και ματεριαλισμό. Σύντομα οι κοινωνικοί θεσμοί, ανάμεσα τους και η οικογένεια δέχθηκαν πλήγματα και αναγκάστηκαν να υποβληθούν σε νέες προσαρμογές (Πρεσβέλου σε Ρήγα, 2012).

Η διγονεϊκή οικογένεια (δηλαδή η οικογένεια που δημιουργείται με τον γάμο και διαλύεται με τον θάνατο των δύο συζύγων, από το 1970 σταμάτησε να είναι η κυρίαρχη στις δυτικές κοινωνίες αλλά και σαν κοινωνικό ιδεώδες. Δημιουργήθηκαν νέα οικογενειακά σχήματα, με νέες δομές και αξίες να διέπουν την λειτουργία τους. ‘Η όλη ιδεολογία γύρω από την οικογένεια μεταβάλλεται. Τα νέα αυτά σχήματα δεν συνάδουν με τη συζυγική οικογένεια. Καθώς η ποσοστιαία σημασία των καινούργιων οικογενειακών συστημάτων βρίσκεται σε εξέλιξη και αυξάνει συνεχώς, η συζυγική οικογένεια καταλήγει να αντιπροσωπεύει ένα όλο και μικρότερο ποσοστό του συνόλου των οικογενειών’ (Πρεσβέλου σε Ρήγα, 2012, σελ:19).

Τα νέα οικογενειακά σχήματα που αναδύθηκαν, ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετία του 70’, παρουσιάζουν εκπληκτικές διαφορές σε σχέση με τα παραδοσιακά όσον αφορά τη δομή και την λειτουργία τους. Παρόλα αυτά αναγνωρίζονται ως οικογένειες γιατί μένουν ως επί το πλείστον πιστά σε κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά: την κοινή διαβίωση, την αμοιβαία οικονομική βοήθεια ή/ και τη φροντίδα των παιδιών, αν και παρατηρούνται και εξαιρέσεις, οικογένειες δηλαδή που ένας γονιός αναλαμβάνει τα καθήκοντα αυτά αποκλειστικά.

Η ιδέα της πυρηνικής οικογένειας συνεχίζει να διατηρεί τη δύναμη της με αποτέλεσμα όλες οι άλλες μορφές οικογένειας να τείνουν να ορίζονται σε σχέση με αυτήν’ (Muncie, Wetherell, Langan, Dallos, Cochrane, 2008, σελ: 26). Για παράδειγμα, η αύξηση των διαζυγίων η οποία έγινε ιδιαίτερα αισθητή από το 1970 και μετά στην Αμερική συνοδεύτηκε με την εμφάνιση νέων οικογενειακών μορφών. Αλλά πιο πρόσφατες έρευνες καταδεικνύουν ότι τα ποσοστά μοιάζει να σταθεροποιούνται[1] ή ακόμα και να μειώνονται στις κοινωνίες της αφθονίας (Paetsch et al., 2007). Το τέλος όμως της συζυγικής σχέσης δεν θεωρείται απαραίτητα και τέλος της οικογένειας, αφού ο ένας ή και οι δύο γονείς συνεχίζουν να προσφέρουν στην ανατροφή των παιδιών. Επίσης παρατηρείται στατιστικά και μία σχετική αύξηση στους δεύτερους ή τρίτους γάμους (Εurostat, 2010).

Σύμφωνα πάντα με την Πρεσβέλου (2012) τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα παρουσιάστηκαν τα εξής φαινόμενα:

  • Απότομη αύξηση του αριθμού των διαζυγίων (απομυθοποίηση της σταθερής διαπροσωπικής σχέσης),
  • Ποσοστιαία αύξηση τέλεσης δεύτερου ή τρίτου γάμου (απομυθοποίηση του δόγματος του αδιάλυτου γάμου),
  • Ποσοστιαία αύξηση οικογενειών με παιδιά προερχόμενα από προηγούμενο γάμο ή συμβιώσεις δύο γονέων (διάσπαση της σχέσης φυσικού γονέα και παιδιού και εισαγωγή του κοινωνιολογικού γονέα),
  • Μεγάλη αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών που προκύπτουν από διαζύγιο ή εκτός γάμου τεκνογονία,
  • Μεγάλη αύξηση της προγαμιαίας συμβίωσης με την συναίνεση των γονιών του ζευγαριού,
  • Αποσταθεροποίηση της χωρίς γάμο σταθερής συμβίωσης ως αποτέλεσμα της αλλαγής συντρόφων,
  • Περισσότερες ανήλικες γυναίκες γίνονται μητέρες,
  • Ποσοστιαία πτώση των γάμων (τελούνται λιγότεροι γάμοι σε μεγαλύτερη ηλικία),
  • Αύξηση χρήσης αντισυλληπτικών μεθόδων, αύξηση των αμβλώσεων και ως εκ τούτου μείωση των γεννήσεων (ριζική διακοπή της σχέσης μεταξύ συμβίωσης και κυοφορίας),
  • Χρήση τεχνητής γονιμοποίησης (με την επεμβατική πολιτική της ιατρικής δημιουργούνται νέοι τύποι και δομές της οικογένειας). 

Το μοντέλο του ‘οικογενειακού ευ ζην’  παραμένει κατά βάσει το ίδιο, εμπλουτίζεται όμως ολοένα με νέα στοιχεία. Σε γενικές γραμμές υπάρχει μια τάση απομάκρυνσης από το παραδοσιακό πρότυπο της πυρηνικής οικογένειας. Αυτά τα νέα στοιχεία συνοπτικά είναι η αναγνώριση μεγαλύτερης αυτονομίας των δύο συντρόφων, ο επαναπροσδιορισμός του πατρικού ρόλου και η συνυπευθυνότητα των μελών στις εξελίξεις.

Στην Ελλάδα όμως αυτό γίνεται με πιο αργούς ρυθμούς. ‘Η ελληνική κοινωνία φαίνεται να διαθέτει μηχανισμούς που αντιστέκονται στη ‘μιμητική’ υιοθέτηση συμπεριφορών οι οποίες σχετίζονται με πρωτόγνωρα πρότυπα οικογενειακής δομής και λειτουργίας και με εμφανή δείγματα αστάθειας και πειραματισμού. Αυτή η αντίσταση στα ευρωπαϊκά πρότυπα αποδίδεται στις ελληνικές παραδόσεις και στην κεντρική θέση που κατέχει η οικογένεια στην ελληνική κοινωνία’ (Πρεσβέλου σε Ρήγα, 2012, σελ:21). Οι παραπάνω παρατηρήσεις φαίνεται να ισχύουν και για την κυπριακή οικογένεια που είναι το επίκεντρο αυτού του ερευνητικού έργου και έχει πολλά κοινά στοιχεία με την ελληνική οικογένεια.



[1] “Plateau effect”

Οικογένεια και συγχρονη εποχή

Στα πλαίσια της παρούσας έρευνας η βιβλιογραφική ανασκόπηση του υπό διερεύνηση θέματος αναμένεται να συμβάλει αποτελεσματικά στη γνώση του καθώς επίσης και στη δημιουργία της απαραίτητης τεχνογνωσίας γύρω από τον ορισμό της οικογένειας αλλά και των πιέσεων που ασκούνται σε αυτή στην σύγχρονη εποχή. 

Το 3ο Πανελλήνιο Παιδαγωγικό Συνέδριο (1999) κατέδειξε ως παράγοντες πίεσης στο θεσμό της οικογένειας την αστικοποίηση, την εκβιομηχάνιση, την συνακόλουθη ένταξη των γυναικών στην παραγωγή, την αλλαγή των ηθών, των δομικών, κοινωνικών αρχών και κανόνων συμπεριφοράς που οδήγησαν αναπόδραστα σε μια κρίση του θεσμού της οικογένειας με κύριο στοιχείο την αύξηση των διαζυγίων και την μείωση των γεννήσεων. Ως αποτέλεσμα, έχουν δημιουργηθεί νέες μορφές οικογένειας, όπως η πυρηνική, μονογονεϊκή, συμβίωση και τεκνοποίηση εκτός γάμου μικτή ή διαπολιτισμική οικογένεια, η οικογένεια ιδίου φύλου, η οικογένεια που μένει χωριστά αλλά μαζί (living apart but together) (Chambers, 2012).

Σε διεθνές επίπεδο η δυναμική της οικογένειας σαν θεσμός τα τελευταία τριάντα χρόνια (Μουσούρου, 2006) έχει μελετηθεί και αναλυθεί εις βάθος από πολλούς κοινωνικούς επιστήμονες. Πολλές χώρες, όπως η Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Σουηδία, Ιρλανδία, έχουν περιλάβει το θεσμό της οικογένειας στα μέτρα στήριξης και κοινωνικής πολιτικής τους (Daly, Clavero, 2002). Μερικές από τις υπηρεσίες που προσφέρουν αφορούν την στήριξη προς τις οικογένειες με ένα γονέα, τις μητέρες sandwich (με παράλληλη ευθύνη  φροντίδας σε παιδιά και ηλικιωμένους). Κάτι που είναι πολύ σημαντικό να επισημανθεί είναι και το γεγονός ότι πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες έχουν τονίσει ότι αν η οικογένεια αφεθεί μόνη της χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο, τότε κινδυνεύει να καταλήξει σε δυσλειτουργία.

Πολλοί κριτικοί ισχυρίζονται ότι στη σύγχρονη εποχή ο θεσμός της οικογένειας περνά κρίση. Ο Γεωργίου (2005) διαφωνεί και εξηγεί ότι η σύγχρονη οικογένεια απλά αντιμετωπίζει καινούργιες προκλήσεις απέναντι στα νέα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα βάσει των οποίων καλείται να προσαρμοστεί. Η οικογένεια είναι ένα ‘ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας και βιώνει τη φυσιολογική διαδικασία αλλαγής με στόχο την προσαρμογή’ (Γεωργίου, 2005, σελ: 108). Ο βαθμός εκσυγχρονισμού της αστικής οικογένειας ‘συναρτάται με τον βαθμό προσαρμογής σε αυτές τις συνθήκες και εξαρτάται από την υιοθέτηση αξιών και συμπεριφορών που χαρακτηρίζουν την νεοτερικότητα’ (Muncie, Wetherell, Langan, Dallos, Cochrane, 2008, σελ: 128).

Είναι γεγονός ότι υπάρχει μια ανησυχία για το ‘μέλλον’ της οικογένειας που όμως βρίσκεται στο προσκήνιο εδώ και 40 χρόνια. Πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες ανέμεναν την αντικατάσταση της οικογένειας από άλλες, κοινωνικά συγκροτημένες, εξωοικογενειακές ομάδες σαν το τελικό στάδιο για την πραγματοποίηση του παλιού

σοσιαλιστικού οράματος.  Ως εξωοικογενειακές ομάδες, νοούνται κρατικοί φορείς που την υποκαθιστούν αναλαμβάνοντας κάποιες από τις λειτουργίες της, με τη λογική της προσφοράς ίσων ευκαιριών για όλους. Άλλοι (Cooper, 1975), από την οπτική της αντιψυχιατρικής υποστήριζαν ότι προκειμένου να απελευθερωθούν τα παιδιά από τη ‘φθοροποιό’ κοινωνικοποίηση που παράγει η οικογένεια και από την ψυχολογική και ιδεολογική βία που ασκούν πάνω τους γονείς και συγγενείς, είναι απαραίτητος ο θάνατος της οικογένειας.

Είναι γεγονός ότι μικρή μερίδα ανθρώπων όντως επιδίωξε να συμβιώσει με ένα διαφορετικό τρόπο, εμπνευσμένο από την ιδέα της απελευθέρωσης από κάθε ηθική και κοινωνική επιβολή. Είχαν όμως αυτά τα εναλλακτικά σχήματα, πολύ σύντομη διάρκεια ζωής. ‘Εξέπνευσαν από μόνα τούς λόγω ιδεολογικής δυσαρμονίας και παντελούς έλλειψης κοινωνικού σκοπού’ (Πρεσβέλου σε Ρήγα, 2012, σελ:24). Το γεγονός αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επαναστατικά κοινωνικά σχήματα τα οποία έρχονται σε σύγκρουση με την ποιότητα του ‘οικογενειακού ευ ζην’ δεν αντέχουν στον χρόνο και με αυτή την έννοια δεν είναι βιώσιμα. ‘Η ποιότητα περιλαμβάνει την ικανοποίηση των αναγκών και των οραμάτων των συγκατοικούντων ενηλίκων και τη φροντίδα των παιδιών σε πλήρη αυτονομία και ελευθερία’ (Πρεσβέλου σε Ρήγα, 2012, σελ:25).

Έχει παρατηρηθεί ότι τα νέα οικογενειακά σχήματα έχουν φτάσει σε κάποια φάση σταθεροποίησης. Φαίνεται ότι τα ζευγάρια μετά από κάποιο διάστημα συμβίωσης επιθυμούν να επιστρέψουν σε πιο γνώριμα οικογενειακά σχήματα  μέσα από τη ‘νομιμοποίηση’ των σχέσεων τους. Επιπλέον, οι γάμοι συνεχίζουν να τυγχάνουν δημοσιοποίησης και να προκαλούν το ενδιαφέρον. Τέλος, η απόκτηση παιδιού με τη βοήθεια της ιατρικής επιστήμης γίνεται ολοένα και πιο αποδεκτή. Είναι γεγονός ότι οι ρόλοι των ανδρών και των γυναικών αλλάζουν αλλά μάλλον δεν στερούνται κάποιας ιδιότητας. Απλά εμπλουτίζονται και έτσι επαναπροσδιορίζονται. ‘Ίσως φθάνουμε στην εποχή όπου, κατά την Oger (1993), ήρθε η ώρα της οικογένειας με παιδιά, μιας οικογένειας από καρδιά και όχι ‘κοινωνικής’ (Πρεσβέλου σε Ρήγα, 2012, σελ:27).

Λειτουργίες, ανάγκες και δομή της οικογένειας

Πολλά έχουν λεχθεί για τις λειτουργίες της οικογένειας, κατά καιρούς υπήρξαν διαφοροποιήσεις όσον αφορά τις λειτουργίες αυτές, αλλά οι βασικές είναι οι εξής:

  1. Αναπαραγωγικές λειτουργίες, 2) οικονομικές, 3) εκπαιδευτικές, 4) ψυχολογικές,
  2. Αναπαραγωγική λειτουργία. Αφορά την απαραίτητη λειτουργία εξασφάλισης της βιολογικής αναπαραγωγής της κοινωνίας. Ένας σημαντικός σκοπός της οικογένειας είναι και η αναπαραγωγή, διαιώνιση του ανθρωπίνου γένους.
  3. Όπως επίσης και η ύπαρξη παιδιών είναι απαραίτητη για την δημιουργία οικογένειας,
  4. Οικονομικές λειτουργίες. Ενώ στα παλιά χρόνια η οικογένεια ήταν μονάδα παραγωγής (εκτροφή ζώων, καλλιέργεια της τροφής) η σύγχρονη οικογένεια είναι περισσότερο μονάδα κατανάλωσης αφού πλέον δεν παράγει την τροφή της αλλά την αγοράζει. Συνεπώς υπάρχει και διαφοροποίηση των ρόλων των μελών της οικογένειας από παραγωγούς σε καταναλωτές,
  5. Εκπαιδευτικές λειτουργίες. Θεωρούνται απαραίτητες σε κάθε οικογένεια γιατί συντείνουν στην εξασφάλιση της πολιτισμικής αναπαραγωγής της κοινωνίας. Αυτές οι λειτουργίες μπορούν να διαχωριστούν σε α) λειτουργίες που αποβλέπουν στην απόκτηση γνώσεων και ικανοτήτων οι οποίες είναι απαραίτητες στην παραγωγή και β) λειτουργία της κοινωνικοποίησης των μελών της οικογένειας. Ο απώτερος σκοπός των λειτουργιών αυτών είναι η εκμάθηση κανόνων συμπεριφοράς, τρόπων λειτουργίας μέσα στο κοινωνικό σύνολο και των αξιών ενός κοινωνικού συνόλου,
  6. Ψυχολογικές λειτουργίες. Αφορούν την ανάγκη του ατόμου να αισθάνεται ασφαλές και να απολαμβάνει τη στοργή και τη φροντίδα των υπόλοιπων μελών της οικογένειας. Στην σύγχρονη εποχή όπου οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν γίνει επιφανειακές, έχει δημιουργηθεί ανασφάλεια στα άτομα που κατά συνέπεια νιώθουν μεγαλύτερη ανάγκη να έχουν τη στοργή και τη φροντίδα μέσα στην οικογένεια. 

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο αλλοίωσης της σύγχρονης οικογένειας σε σχέση με την παραδοσιακή, είναι και η φροντίδα, πρόνοια των μελών της. Ενώ στην παραδοσιακή οικογένεια βλέπουμε την οικογένεια να φροντίζει τα μέλη της, χωρίς οποιοδήποτε οικονομικό αντάλλαγμα (Κούλουμου, 2005), στην σύγχρονη οικογένεια αυτόν τον ρόλο τον έχει εν μέρει αναλάβει το κράτος ή άλλοι εξειδικευμένοι φορείς, όπως είναι οι στέγες ηλικιωμένων, οι βρεφοκομικοί σταθμοί ή ακόμη και οικιακοί βοηθοί με την ανάλογη οικονομική επιβάρυνση για την οικογένεια.

Η λειτουργικότητα μιας οικογένειας  είναι στενά συνδεδεμένη και με το κοινωνικό της περιβάλλον και το βαθμό στον οποίο τα μέλη της οικογένειας συνδέονται συναισθηματικά, επικοινωνούν αποτελεσματικά τα συναισθήματα τους και ανταποκρίνονται με ευελιξία και πνεύμα συνεργασίας στα διάφορα προβλήματα (Olson & Gorall, 2003). Έρευνες δείχνουν ότι όσο πιο χαμηλό είναι το επίπεδο της λειτουργικότητας της οικογένειας τόσο πιο χαμηλή είναι και η απόδοση των παιδιών στο σχολείο (Boyle, Georgiades, Racine, & Mustard, 2007) η οποία φαίνεται να συνδέεται και με θέματα υγείας, όπως παχυσαρκίας, (Rhee, 2008), χρήσης ουσιών εξάρτησης (Wagner et al., 2010), κοινωνικής φοβίας (Knappe et al., 2009), θυμού (Pagani, Japel, Vaillancourt, & Tremblay, 2010), κατάθλιψης και αντικοινωνικής συμπεριφοράς (Strohschein, 2005). Επιπρόσθετα, η έλλειψη γνώσεων γύρω από θέματα φροντίδας των παιδιών σε συνδυασμό με την παρουσία κατάθλιψης, κυρίως στη μητέρα, ως βασικό παροχέα φροντίδας (Chambers, 2012; Κούλουμου, 2005), φαίνεται να συνδέονται με το επίπεδο, κυρίως χαμηλό, λειτουργικότητας της οικογένειας (Georgiades, Boyle, Jenkins, Sanford, & Lipman, 2008; Yeung & Chan, 2010).

Οι απόψεις γύρω από τη λειτουργία της οικογένειας διίστανται. Η θεωρητική εκδοχή του Engels σήμερα θεωρείται αρκετά πρωτοποριακή, παρόλο που δεν είναι άμοιρη προβληματικών.  Ο Engels (1884) βασισμένος σε μια μαρξιστική συλλογιστική, εισηγήθηκε ότι η ανάπτυξη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας συνέτεινε στην καθιέρωση της μονογαμίας στο σύγχρονο δυτικό κόσμο και στη δημιουργία της πυρηνικής οικογένειας. Μέσω αυτής της μορφής οικογένειας ο Engels υποστηρίζει ότι οι άνδρες ήταν σε θέση να διασφαλίζουν ότι οι απόγονοι τους ήταν ‘δικοί  τους’. Επιπλέον, αυτή η οικογένεια αποτελούσε ένα είδος εκπόρνευσης που βασιζόταν στο ότι ο σύζυγος παρείχε υλικά αγαθά στη σύζυγο με αντάλλαγμα τη συζυγική της πίστη και την αναπαραγωγή των παιδιών του. Η οικογένεια δηλαδή, παρουσιάζεται ως ένα μέσο ελέγχου της γυναικείας σεξουαλικότητας.

Η πιο πάνω άποψη δεν έχει ξεπεραστεί. Σύγχρονες μαρξιστικές αναγνώσεις υποστηρίζουν ότι η ανάδυση της πυρηνικής οικογένειας αποσκοπούσε στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού μέσα από το να προσφέρει ένα καταφύγιο στον αλλοτριωμένο εργάτη και την ιδιωτικοποίηση του νοικοκυριού. Άλλα επιχειρήματα υπέρ της ίδιας άποψης ασχολούνται με τον ρόλο της νοικοκυράς και αναφέρουν ότι αυτή λειτουργεί προς όφελος του καπιταλισμού αφού η γυναίκα παρέχει οικιακή εργασία αμισθί και μπορεί να εισαχθεί έκτακτα στην αγορά εργασίας ως ανειδίκευτη, αν οι συνθήκες το απαιτούν (Muncie, Wetherell, Langan, Dallos, Cochrane, 2008).

Η παγκοσμιότητα της πυρηνικής οικογένειας που υποστηρίχτηκε για δεκαετίες (Murdock, 2003) έχει πλέον αμφισβητηθεί, και οι επιστήμονες κάνουν λόγο για «πολιτισμικό ιμπεριαλισμό» που επιβάλλει το δυτικό μοντέλο οικογένειας στον υπόλοιπο κόσμο. Ωστόσο, εξακολουθεί να αναγνωρίζεται ως το επικρατέστερο οικογενειακό μοντέλο στην Ευρώπη. Επιπλέον, αμφισβητείται η γραμμική πορεία εξέλιξης της οικογένειας μετά την βιομηχανική επανάσταση, με την αναγνώριση της πολλαπλότητας των παραγόντων που επηρεάζουν τον σχηματισμό αλλά και τις βασικές λειτουργίες των οικογενειών σε παγκόσμιο επίπεδο. (Edgar, 2007[1]; Hendry, 2008[2]) Οι πολιτισμικές, ταξικές και αξιακές διαφορές δυσχεραίνουν τη δυνατότητα εύρεσης και εδραίωσης κοινών παρονομαστών και προτύπων (Barlow et al, 2004; Hollinger, 2007[3]) και απαιτούν από τους εκάστοτε ερευνητές να ξεκαθαρίζουν τους λειτουργικούς ορισμούς της οικογένειας εκ των προτέρων.

Σύμφωνα με άλλους θεωρητικούς που προέρχονται από τη σχολή του ‘δομολειτουργισμού’ η κοινωνία στηρίζεται σε κοινωνικούς θεσμούς ο καθένας εκ των οποίων έχει να επιτελέσει συγκεκριμένες λειτουργίες. ‘Οι λειτουργίες της οικογένειας είναι η ανατροφή και η κοινωνικοποίηση των παιδιών και η σωματική και συναισθηματική υποστήριξη του ανδρικού εργατικού δυναμικού’ (Muncie, Wetherell, Langan, Dallos, Cochrane, 2008). Μαρξισμός και δομολειτουργισμός

συμφωνούν στο σημείο ότι ‘η οικογένεια προσφέρει ευκαιρίες προσωπικής ελευθερίας και συναισθηματικής υποστήριξης που δεν παρέχονται σε άλλα πλαίσια’(Muncie, Wetherell, Langan, Dallos, Cochrane, 2008, σελ: 45).

Πάνω στη τελευταία λειτουργία της οικογένειας έρχεται ο Zaretsky (1976) να στηρίξει τα επιχειρήματα του όσον αφορά τη λειτουργία της οικογένειας. Ο Zaretsky υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού οδήγησε και στην απώλεια (ολοένα και περισσότερο) της προσωπικής ταυτότητας. Η αίσθηση του ‘προσωπικού’ έγινε σπανιότερη μέσα από την τυποποίηση της βιομηχανικής εργασίας και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. ‘Καθώς χωρίστηκαν οικογένεια και εργασία, δημιουργήθηκε μια νέα μορφή οικογένειας με σκοπό να παρέχει μια διέξοδο έκφρασης στην υποκειμενικότητα, στα συναισθήματα και στις προσωπικές σχέσεις. Η οικογένεια θεωρήθηκε ένας προστατευόμενος θύλακας μέσα στον απρόσωπο, ορθολογικό και ανώνυμο κόσμο του καπιταλισμού’ (Muncie, Wetherell, Langan, Dallos, Cochrane, 2008, σελ: 45). Ο Zaretsky με αυτή την έννοια καταδεικνύει την αξία της οικογένειας καθώς εδραιώνει μια ‘πραγματική σφαίρα προσωπικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας που δεν είχαν οι προηγούμενες εργαζόμενες τάξεις’ (Zaretsky σε Muncie, Wetherell, Langan, Dallos, Cochrane, 2008, σελ: 45).

Γενικά, μελέτες και έρευνες έχουν καταδείξει ότι οι εκάστοτε λειτουργίες των οικογενειών είναι στενά συνδεδεμένες με τις κυρίαρχες ιδεολογικές, κοινωνικές, οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους  (Γκέκα, σε Ρήγα 2012).

Όσον αφορά την οικογένεια του 20ου αιώνα, ο Fletcher (1966) αναφέρει ότι ‘οι λειτουργίες της οικογένειας έχουν διευρυνθεί σε λεπτομέρεια και σε σημασία, τόσο γιατί η οικογένεια έχει προσανατολιστεί σε μια βαθύτερη ικανοποίηση των αναγκών των μελών της όσο και γιατί έχει άρρηκτα συνδεθεί με ευρύτερους κοινωνικούς θεσμούς (σε Muncie, Wetherell, Langan, Dallos, Cochrane, 2008, σελ: 44).

Σημαντικό είναι ότι ο άνθρωπός σαν κοινωνικό ον που είναι ζούσε από πάντα σε κάποια μορφή οικογένειας ικανοποιώντας έτσι βιολογικές ανάγκες (διαιώνιση του είδους και σεξουαλικότητα), κοινωνικές (αλληλεγγύη, συνεργασία, ασφάλεια και συντροφικότητα) και ψυχολογικές (ο σωματοψυχικός δεσμός βρέφους κυρίως με τη μητέρα είναι πολύ σημαντικός για τη σωματική και ψυχική υγεία του ατόμου) (Γιωσαφάτ σε συλλογικό τόμο ‘Οικογένεια σε Κρίση’ 2009).

Η οικογένεια ως κοινωνική ομάδα έχει δομή. Παραδοσιακά οι ρόλοι και οι θέσεις μέσα στην οικογένεια εξαρτώνται από το φύλο και την ηλικία. Όσον αφορά την ηλικία επειδή αυτή μεταβάλλεται σημαίνει ότι μπορεί να μεταβληθεί και ο ρόλος του μέλους της οικογένειας. Δηλαδή με το πέρασμα του χρόνου, ο πατέρας και η μητέρα γίνονται επίσης παππούς και γιαγιά και τα παιδιά γίνονται γονείς.

Στην παραδοσιακή οικογένεια βλέπουμε τον ρόλο του άνδρα να είναι ρόλος εξουσίας πάνω στην γυναίκα και τα παιδιά σε αντίθεση με την σύγχρονη οικογένεια στην οποία υπάρχει μια μεταβολή του ρόλου αυτού, είτε υποβαθμίζεται χάριν της ισότητας, είτε η εξουσία μεταφέρεται στην γυναίκα ή ακόμη και στα παιδιά.

Η αλλαγή των ρόλων μέσα στη σύγχρονη οικογένεια, δηλαδή η αλλαγή στη δομή της οικογένειας, αποτελεί έναν από τους κυριότερους παράγοντες του κοινωνικού εκσυγχρονισμού στην οικογένεια.

Η δομή και η δυναμική της οικογένειας προσδιορίζονται από τέσσερις κυρίως παράγοντες:

  1. Παιδιά: Σύμφωνα με μελέτες που έγιναν σε βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες έχει φανεί πως η εξουσία της συζύγου είναι αντιστρόφως ανάλογη του αριθμού των παιδιών της. Όσο περισσότερα παιδιά έχει τόσο πιο ανισότιμοι οι ρόλοι των συζύγων. Όσο πιο μικρή είναι η ηλικία των παιδιών τόσο περισσότερο εξαρτημένη από τον σύζυγο είναι η μητέρα αφού τα παιδιά την χρειάζονται περισσότερο για τη φροντίδα τους. Η εξάρτηση αυτή αφορά  προσωπική βοήθεια, οικονομική στήριξη και ενεργό συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων. Είναι γεγονός πως πολλές νέες μητέρες υποχρεώνονται πολλές φορές να διακόψουν προσωρινά ή να εγκαταλείψουν την εργασία τους για να μπορούν να φροντίζουν τα παιδιά τους. Στις σύγχρονες κοινωνίες όπου τη φροντίδα του παιδιού μπορούν να αναλάβουν διάφοροι φορείς ή τρίτα πρόσωπα, όπως γιαγιά, οικιακή βοηθός, βρεφονηπιοκομικός σταθμός, η μητέρα μπορεί να ανακτήσει κάποιο μέρος της εξουσίας που έχασε με τη γέννηση του παιδιού έτσι και η εξάρτηση από τον σύζυγο μειώνεται, ειδικά αν επιστρέψει στην εργασία της.
  2. Εκπαίδευση: Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο αφού η δομή της οικογένειας φαίνεται να επηρεάζεται τόσο από το εκπαιδευτικό επίπεδο των συζύγων όσο και από τη διαφορά του επιπέδου αυτού μεταξύ των συζύγων. Όπως φάνηκε μέσα από έρευνες σε Γαλλία και Αμερική, όσο πιο ψηλό το επίπεδο του συζύγου μέσα στην οικογένεια τόσο μεγαλύτερη η εξουσία του μέσα στην οικογένεια. Άλλες έρευνες έδειξαν ότι όσο μειώνονται τα χρόνια εκπαίδευσης του συζύγου τόσο μειώνεται και η εξουσία του μέσα στην οικογένεια.  Στην Ελλάδα όσο πιο ψηλό το επίπεδο εκπαίδευσης του συζύγου τόσο καλύτερη η συνεργασία με τη σύζυγο αλλά και αύξηση των πρωτοβουλιών από τη σύζυγο. Δηλαδή στην Ελλάδα το υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης συντείνει στην καλύτερη συνεργασία της οικογένειας σε αντίθεση με άλλες χώρες που συμβαίνει το αντίθετο.
  3. Απασχόληση: Στην παραδοσιακή οικογένεια η επαγγελματική απασχόληση και οικονομική ανεξαρτησία αφορούν τον άνδρα. Δηλαδή ο άντρας είναι ο προμηθευτής και η γυναίκα η οικοκυρά. Έρευνες που έγιναν σε Γαλλία και Αμερική έδειξαν ότι όσο καλύτερη εργασία έχει ο άντρας τόσο μεγαλύτερη η εξουσία του στο σπίτι. Στη Γαλλία παρατηρήθηκε ότι άσχετα με την εργασία και τον μισθό κάποιου άντρα, ακόμα και χαμηλόμισθου, ο βαθμός εξουσίας του στο σπίτι είναι σχεδόν ο ίδιος με αυτόν ενός άντρα με ψηλή επαγγελματική θέση. Πάλι, υπάρχει αντίθεση με την Ελλάδα όπου όσο πιο ψηλή επαγγελματική θέση κατέχει τόσο καλύτερη είναι η συνεργασία του με τη σύζυγο του. Σε περιπτώσεις όπου η σύζυγος εργάζεται η συνεργασία με τον σύζυγο τείνει να είναι περισσότερο ισότιμη σε αντίθεση με τις περιπτώσεις όπου δεν εργάζεται και έχει περισσότερες ευθύνες στο σπίτι.
  4. Διαφορά εισοδήματος: Στις περιπτώσεις όπου το εισόδημα της συζύγου είναι ψηλότερο από του άντρα φαίνεται ότι και οι εξουσίες που έχει η γυναίκα στην οικογένεια είναι αυξημένες. Επιπλέον, για να είναι μεγαλύτερος ο μισθός μιας γυναίκας από του άντρα σημαίνει ότι και η θέση εργασίας που κατέχει η γυναίκα είναι υψηλή, γεγονός που της προσδίδει περισσότερο κύρος, άρα και εξουσία (Μουσούρου, 2006). Πέραν των πιο πάνω, έρευνες των τελευταίων εφτά χρόνων στη Δυτική Ευρώπη δείχνουν μια τάση απομάκρυνσης από τις παραδοσιακές δομές και τη δημιουργία οικογένειας (Daly, 2005). 


[1] In Scott, J., Treas, J. and Richards,  M. 2007.
[2] In Ribbens MacCarthy and Edwards, 2011:32.
[3] Διαπραγματεύεται την έννοια της «πολιτισμικής σχετικότητας» (cultural relativism).

Φροντίδα ή «συναισθηματική εργασία»

Η έννοια της φροντίδας είναι συνυφασμένη με την έννοια της οικογένειας. Η αγγλική λέξη «care» εμπεριέχει την έννοια του φροντίζω κάποιον αλλά και νοιάζομαι για κάποιον. [1] Η φροντίδα παρουσιαζόταν στο παρελθόν ως φυσική ιδιότητα της γυναίκας, γεγονός που αμφισβητήθηκε από τη φεμινιστική σχολή. Είναι ένας αμφιλεγόμενος όρος που εμπεριέχει τη χροιά της ανιδιοτελούς προσφοράς αλλά ταυτόχρονα της σκληρής και συχνά άμισθης εργασίας, με την πιθανότητα εκμετάλλευσης. Οι ειδικοί αποδίδουν την έλλειψη αναγνώρισης της άτυπης φροντίδας, την έλλειψη επαρκούς υποστήριξης, καθώς και το γεγονός ότι τα επαγγέλματα φροντίδας είναι κατά πλειοψηφία γυναικοκρατούμενα και χαμηλόμισθα σε πατριαρχικά κατάλοιπα και ενυπάρχουσες κοινωνικές ανισότητες. (Lewis, 2006).

Στο πλαίσιο αυτό δεν αναγνωρίζονται μόνο διαφορές ως προς το φύλο και τη φροντίδα, αλλά επισημαίνονται και διαφορές ως προς την ηλικία και την εθνικότητα. Για την ηλικία, οι ανεπτυγμένες χώρες αντιτίθενται στην ανάληψη φροντίδας σωματικά ή ψυχικά ασθενών γονέων από τα παιδιά τους, ή και τη φροντίδα αδελφών με προβλήματα υγείας. Οι απόψεις αυτές σχετίζονται με τις επικρατούσες αντιλήψεις για την παιδική ηλικία. Ως προς την εθνικότητα ο Hochschild (2000)[2] εντοπίζει, «παγκόσμιες αλυσίδες φροντίδας»[3], κατά τις οποίες κυρίως γυναίκες αναπτυσσόμενων χωρών προσφέρουν χαμηλόμισθη εργασία φροντίζοντας, παιδιά, ηλικιωμένους και άτομα με αναπηρία σε αναπτυγμένες χώρες. Οι γυναίκες αυτές με τη σειρά τους στέλνουν τα όποια χρήματα εξοικονομούν πίσω στις χώρες τους, ώστε κάποιος άλλος να είναι σε θέση να φροντίσει τα δικά τους παιδιά ή τους ηλικιωμένους ή άρρωστους συγγενείς τους.

Σε σχέση με τη φροντίδα των παιδιών, υπάρχει το αιώνιο δίλημμα, φροντίδα και προστασία ή φροντίδα και έλεγχος; Η λέξη προστασία υπαινίσσεται ότι ο ανήλικος ή το άτομο που χρειάζεται φροντίδα είναι ευάλωτο και δεν δύναται να είναι ανεξάρτητο. Άρα, εντοπίζεται μία ανισότητα σε αυτού του είδους τη σχέση, αφού, κατά κάποιο τρόπο, ο φροντιστής εξουσιάζει τον ‘φροντιζόμενο’ ή αλλιώς λήπτη φροντίδας. Κατά συνέπεια, παρουσιάζεται να γνωρίζει καλύτερα από το λήπτη τις ανάγκες και το συμφέρον του γενικότερα. Η ίδια ανισότητα, κρύβεται και στον έλεγχο, με τη λογική ότι το άτομο που λαμβάνει φροντίδα δεν είναι σε θέση να ελέγξει τον εαυτό του.


[1] “care for someone” or “care about someone”.
[2] In Ribbens MacCarthy and Edwards, 2011.
[3] “global care chains”.

Κατανομή εργασίας

Η ιδέα της κατανομής της εργασίας εμφανίζεται στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα και σχετίζεται με την βιομηχανοποίηση της εργασίας. Εντός της οικογένειας επικρατεί η θεώρηση του άντρα «κουβαλητή» και της γυναίκας «νοικοκυράς». Η τάση αυτή εμφανίστηκε στις δυτικές κοινωνίες ταυτόχρονα με τη βιομηχανική επανάσταση και την αναγνώριση της παιδικής ηλικίας. Η απομάκρυνση των παιδιών από τον εργασιακό χώρο και η υποχρεωτική εκπαίδευση έφεραν τον περιορισμό της γυναίκας στο σπίτι. Αυτή βέβαια ήταν κυρίως η εμπειρία της μεσαίας τάξης, γιατί οι γυναίκες της εργατικής τάξης, λόγω οικονομικών δυσχερειών, συχνά εξακολουθούσαν να εργάζονται αλλά συνήθως αναλάμβαναν δουλειές από το σπίτι. (Davidoff et al., 1999; Humphries, 1995[1]).

Με βάση τη θεωρία της ανταλλαγής, οι άντρες προσφέρουν εκτός σπιτιού και αμείβονται χρηματικά και κοινωνικά για την εργασία τους, ενώ οι γυναίκες εργάζονται εντός του σπιτιού, φροντίζοντας οικιακές εργασίες, σύζυγο και παιδιά. Οπότε ο άντρας ανταλλάσει το εισόδημα του με τη φροντίδα και η γυναίκα αντίστοιχα. Η παγίδα που κρύβει αυτή η αντίληψη είναι ότι υπαινίσσεται ότι πρόκειται για λογική επιλογή με βάση τα χαρακτηριστικά του κάθε φύλου αλλά και δίκαιη ανταλλαγή με την έννοια ότι καθένας λαμβάνει για την προσφορά του.

Από τα τέλη του 20ου αιώνα, οι περισσότερες γυναίκες του δυτικού κόσμου εργάζονται εκτός σπιτιού. Στην εποχή μας, η θεώρηση του ζευγαριού ως μια δυάδα που απασχολείται και προσφέρει εξίσου εξωτερική/οικονομική αλλά και οικιακή εργασία υπονοεί ισότητα και ενέχει τον κίνδυνο να αποκρύψει την κοινωνική πραγματικότητα, η οποία συνήθως επιβαρύνει τη γυναίκα με περισσότερα καθήκοντα/υποχρεώσεις σε σχέση με τη συντήρηση του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών.  (Lewis, 2003).

Η ίση ή άνιση κατανομή εργασίας μέσα στην οικογένεια που χρησιμοποιείται συχνά ως έννοια από ερευνητές μοιάζει να αναιρείται κάποιες φορές από τους συμμετέχοντες. Αναφέρονται περιπτώσεις ζευγαριών που θεωρούν την έμφυλη κατανομή εργασίας «δίκαιη» (Backett, 1982) ή εκλαμβάνουν την οικογένεια ως μια ομαδική προσπάθεια κατά την οποία το κάθε μέλος προσφέρει ότι μπορεί και λαμβάνει ότι χρειάζεται (Ribbens McCarthy et al., 2003)[2].

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση σε μέτρα για την «ισορροπία εργασίας-ζωής»[3], όπως την ονομάζει, σε μια προσπάθεια να διευκολύνει την ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας. Τα  κράτη-μέλη εφαρμόζουν διαφορετικές πολιτικές σε αυτή την κατεύθυνση σε σχέση με την παροχή φροντίδας των εξαρτημένων μελών, άδειες πατρότητας και μητρότητας, επιδοματικές πολιτικές, φύλαξη παιδιών, κλπ. (Hantrais, 2004) Η σύνδεση χαμηλής γονιμότητας με την εργασία της γυναίκας εκτός σπιτιού φαίνεται να καταρρίπτεται μια και οι χώρες που έχουν πλέον τα υψηλότερα ποσοστά γονιμότητας έχουν και τα ανάλογα ποσοστά εργασίας των γυναικών. Η πιθανότερη εξήγηση που προτείνεται είναι ότι δεν είναι η δουλειά αυτή καθεαυτή που αποτρέπει την τεκνοποίηση αλλά παίζουν σημαντικό ρόλο οι πολιτικές που υπάρχουν για να διευκολύνουν την εργαζόμενη μητέρα. (Ahn and Mira, 2002; Rindfuss et al., 2003; D’addio and D’Ercole, 2005[4]; Philipov et al., 2009[5]).



[1] In Ribbens MacCarthy and Edwards, 2011.
[2] In Ribbens MacCarthy and Edwards, 2011.
[3] “work-life balance”
[4] In Uhlendorff et al., 2011.
[5] ibid

Τεκνοποίηση / Γονιμότητα

Σε ότι αφορά τη γονιμότητα, σε βόρεια και δυτική Ευρώπη μοιάζει να αυξάνεται κατά καιρούς η γονιμότητα. Μακροπρόθεσμα βέβαια είναι πιθανό η καθυστέρηση της τεκνοποίησης να εξισορροπηθεί με γεννήσεις σε μεγαλύτερη ηλικία. Η «Ευρωπαϊκή οικογένεια» όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση ενιαία. (Kapella et al., 2009)[1] Οι βορειοευρωπαϊκές χώρες έχουν απομακρυνθεί περισσότερο από τα παραδοσιακά οικογενειακά σχήματα σε σύγκριση με τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Αλλά και στην Ευρώπη, πρόσφατα δεδομένα δείχνουν μια πιθανή σταθεροποίηση στην εμφάνιση νέων σχημάτων χωρίς αυτό να συνιστά ένδειξη επιστροφής στην πυρηνική οικογένεια. Για παράδειγμα, η συμβίωση εκτός γάμου έχει αυξηθεί σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες. Φαίνεται όμως να προτιμάται συνηθέστερα ως προπομπός του γάμου παρά ως εναλλακτική πρόταση. (Kiernan, 2003[2]; Speder, 2005[3]) Οι συνθήκες που συνδιαμορφώνουν την εικόνα αυτή είναι αλληλένδετες και συμπεριλαμβάνουν θρησκευτικές, κοινωνικές πεποιθήσεις, συστήματα αξιών, οικονομικά και πολιτικά ζητήματα, κλπ. (Jokinen and Kuronen, 2011)[4]

Η Kiernan (2007)[5] παρουσιάζει διαφορές στη γονιμότητα ανά την Ευρώπη, καταδεικνύοντας μεν χαμηλά ποσοστά γεννήσεων σε Ευρώπη, Αμερική, και σε αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά ταυτόχρονα εντοπίζοντας διαφορές εντός της Ευρώπης. Συγκεκριμένα αναφέρει σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά σε Ελλάδα, Ισπανία και Ιταλία σε σχέση με χώρες όπως η Γαλλία, η Ιρλανδία, κλπ. Παρόμοια και η Hantrais (2004) επιχειρεί ποσοτικές διακρατικές συγκρίσεις αναγνωρίζοντας όμως τις δυσκολίες που διέπουν τέτοια εγχειρήματα. Με την ίδια λογική, το συγκεκριμένο ερευνητικό έργο θα αναζητήσει μεν οικογενειακά σχήματα, καταγεγραμμένες τάσεις, και εντάσεις στα ευρήματα ερευνών που έλαβαν χώρα ανά το παγκόσμιο, αλλά θα προσεγγίσει την Κύπρο αναγνωρίζοντας τις όποιες πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.



[1] In Uhlendorff et al., 2011.
[2] In Scott et al., 2007.
[3]  Διαθέσιμο στο διαδίκτυο www.iussp.org/France2005/jpe/fichiers/speder.pdf
[4] In Uhlendorff et al., 2011.
[5] In Scott et al., 2007.

Στήριξη

Πολιτικές και Πρακτικές

Ένα ακόμα ζήτημα που εγείρεται στη διεθνή βιβλιογραφία είναι ο ρόλος της κοινωνικής πολιτικής και το πώς τα εκάστοτε μέτρα μπορεί να επηρεάσουν την οικογένεια. Παραδείγματος χάρη, ερευνητές αποδίδουν κάποιες ευθύνες για την υπογονιμότητα, που παρουσιάστηκε στην προηγούμενη παράγραφο, σε εθνικές πολιτικές που δεν ενθαρρύνουν την ανάπτυξη των οικογενειών ή δεν προσφέρουν αρκετή υποστήριξη στην εργαζόμενη μητέρα. (Lewis, 2003) Υπάρχει επίσης και το επιχείρημα ότι η κοινωνική πολιτική επηρεάζει την οικογένεια αλλά και επηρεάζεται από αυτή. Όποτε κατά καιρούς ακολουθεί τις εξελίξεις από κάποια απόσταση, αλλά κάποιες φορές την επηρεάζει αφού επενδύει στη νομιμοποίηση ή την ενίσχυση συγκεκριμένων τύπων οικογενειακών ή άλλων σχέσεων. Για παράδειγμα,  πολιτικές στο Ηνωμένο Βασίλειο που παρακολουθούν, ελέγχουν, ή/και υποστηρίζουν την οικογένεια συνδιαμορφώνουν το μελλοντικό κοινωνικό ιστό. (Prout, 2000) Ένας ακόμα παράγοντας που επηρεάζει την οικογενειακή πολιτική είναι και το ευρύτερο πλαίσιο του κράτους πρόνοιας μέσα στο οποίο αυτή σχεδιάζεται και εφαρμόζεται. Η επικρατέστερη προσπάθεια κατηγοριοποίησης των κρατών με βάση τα αντίστοιχα προνοιακά τους συστήματα έγινε από τον Esping-Andersen το 1990 και συμπληρώθηκε από τον Liebfried to 1993. Ωστόσο, οι περισσότεροι κρατικοί προνοιακοί μηχανισμοί δεν ακολουθούν κατά γράμμα τις προτεινόμενες κατηγορίες και μεταβάλλονται στο χρόνο.

Η κοινωνική πολιτική για την οικογένεια κινεί το ερευνητικό ενδιαφέρον των διαφόρων κοινωνικών επιστημόνων από την δεκαετία του 1970 (Woods, 2012) χωρίς ωστόσο οι κυβερνήσεις διαφόρων χωρών να ενδιαφέρονται να χρηματοδοτήσουν τέτοιες έρευνες παρά μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η πρώτη έρευνα που χρηματοδοτήθηκε από την ΕΕ πραγματοποιήθηκε το 1995 με στόχο να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ πολιτικών για την οικογένεια και κοινωνικό-οικονομικών και πολιτικών χαρακτηριστικών και την επίδραση των διαφόρων πολιτικών για την οικογένεια στον πληθυσμό της ΕΕ (Woods, 2012).

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το πλαίσιο της οικογένειας αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία θα στηριχθεί η λειτουργία των μελών της σε σχέση με την εργασία, τη μόρφωση και την προσφορά τους στην κοινωνία.  Αν, για παράδειγμα τα παιδιά σε μια οικογένεια μεγαλώσουν μέσα σε ένα δυσλειτουργικό περιβάλλον θα έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμπλακούν σε παραβατικές συμπεριφορές κατά τη διάρκεια της ζωής τους (Farrington, Welsh, 2007) σε αντίθεση με παιδιά που μεγαλώνουν σε ένα υποστηρικτικό το οποίο λειτουργεί και σαν προστατευτικό ‘περίβλημα’  ενάντια σε ακραίες συμπεριφορές.

Μια προσπάθεια προστασίας της οικογένειας και των μελών της από δυσλειτουργικές συμπεριφορές αποτελεί και η εισαγωγή πολιτικών και πρακτικών μέσα από διάφορες υπηρεσίες και προγράμματα στήριξης, καθοδήγησης, εκπαίδευσης, με κυριότερη μορφή στήριξης της οικογένειας την απρόσκοπτη εργασία των μελών της, κυρίως των γονέων, μια δραστηριότητα η οποία αναμένεται να καλύπτει τις βασικές ανάγκες της για φαγητό, στέγαση, ένδυση, υγεία, μόρφωση, ψυχαγωγία. Οι συνθήκες εργασίας, βέβαια, θα πρέπει να κινούνται μέσα σε ένα πλαίσιο ορισμένων κανόνων σύμφωνα και με τις προϋποθέσεις που έχουν θέσει κατά καιρούς τόσο τα Ηνωμένα Έθνη όσο και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (International Labour Organization).

Προφανώς, στις περιπτώσεις όπου οι βασικές ανάγκες της οικογένειας δεν μπορούν να ικανοποιηθούν για διάφορους λόγους, είτε ανεργίας είτε υγείας, τότε θα πρέπει να αναμένεται η παρέμβαση του κράτους πρόνοιας προς κάλυψη των οικονομικών, σωματικών ή και ψυχοσυναισθηματικών αναγκών της. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τουλάχιστον στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο όρος  ΄κράτος πρόνοιας’ δεν ερμηνεύεται με τον ίδιο τρόπο. Για παράδειγμα, οι Σκανδιναβικές χώρες έχουν διαφορετικό μοντέλο πρόνοιας από τις Μεσογειακές χώρες (Leira, 2002) κάτι που ισχύει και σήμερα, ειδικά μέσα στις συνθήκες οικονομικής κρίσης που μαστίζει κυρίως τις Μεσογειακές χώρες της ΕΕ, όπως Ελλάδα, Κύπρος, Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία.

Η ένταξη της γυναίκας στην αγορά εργασίας μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, εξ’ ανάγκης οδήγησε πολλές χώρες να δημιουργήσουν δομές προστασίας και απασχόλησης κυρίως των παιδιών που διαφορετικά θα έμεναν εκτεθειμένα. Η δεκαετία του 1990 η οποία αποτέλεσε το αποκορύφωμα της εργασίας και των δυο γονέων (Leira, 2002) υποχρέωσε κατά κάποιον τρόπο τα κράτη να προωθήσουν πολιτικές υποστήριξης προς τις οικογένειες και τα παιδιά τους είτε σε μορφή υπηρεσιών είτε οικονομικής τους ενίσχυσης είτε και τα δυο.

Ο παραδοσιακός τύπος της γυναίκας-φροντίστριας που ίσχυε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία είχε την αποκλειστική ευθύνη για τη φροντίδα της πυρηνικής της οικογένειας (σύζυγο, παιδιά) αλλά και των ηλικιωμένων γονιών της, έδωσε τη θέση του στην εργαζόμενη γυναίκα. Έτσι, η προηγούμενη απουσία του κράτους στη στήριξη ευάλωτων μελών της οικογένειας, λόγω της  απόδοσης αποκλειστικής ευθύνης για αυτά τα μέλη στη γυναίκα έπαψε, και το κράτος αναγκάστηκε να μπει μπροστά και να προσφέρει ωφελήματα στις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού με βάση τις ανάγκες τους (Abrahamson, Boje, Greve, 2005).

Η οικονομική στήριξη της οικογένειας, ανεξάρτητα από το καθεστώς της (π.χ. μονογονεϊκή, με χαμηλό εισόδημα, κλπ) σύμφωνα και με τη διεθνή βιβλιογραφία, μπορεί να αποτελέσει και μέτρο ενθάρρυνσης για απόκτηση περισσότερων παιδιών αφού είναι καλά γνωστό το κόστος φροντίδας των παιδιών, κάτι που οδηγεί και σε μείωση των γεννήσεων. Μια τέτοια προσέγγιση αφορά το Γαλλικό μοντέλο πρόνοιας σε αντίθεση με το Γερμανικό και το Βρετανικό τα οποία παρεμβαίνουν στην οικογένεια μόνο όταν οι γονείς αδυνατούν να διατηρήσουν την ευημερία των παιδιών τους (Abrahamson, Boje, Greve, 2005).